Λεξικό Ασφάλισης

Λεξικό Ασφάλισης

λεξικό

Στο Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης δεσμευόμαστε ότι θα διαχειριστούμε τις εισφορές των ασφαλισμένων με σεβασμό και υπευθυνότητα, με κύριο γνώμονα την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της επάρκειας του συστήματος, ώστε να εξασφαλίζεται η υψηλότερη δυνατή συνταξιοδοτική παροχή.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο της λειτουργίας του ΤΕΚΑ είναι η διαφάνεια. Οι εισφορές πιστώνονται στον ατομικό αποταμιευτικό λογαριασμό και οι ασφαλισμένοι από την οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή τους μπορούν να παρακολουθούν την εξέλιξη της αποταμίευσής τους. 

Η διαχείριση του λογαριασμού γίνεται από εξειδικευμένους επαγγελματίες. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να συμμετέχουν ενεργά στη διαχείριση των εισφορών τους, επιλέγοντας μεταξύ ενός μικρού αριθμού κατάλληλα διαμορφωμένων συνταξιοδοτικών προϊόντων διαβαθμισμένου ρίσκου το πρόγραμμα που ταιριάζει καλύτερα στον οικονομικό τους προγραμματισμό. 

Η σωστή επιλογή ωστόσο απαιτεί γνώση της λειτουργίας του κοινωνικού συμβολαίου του κόσμου της εργασίας: ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, πώς διαμορφώνονται οι ασφαλιστικές εισφορές και ποιο είναι το ύψος τους, πώς διαμορφώνονται οι συνταξιοδοτικές παροχές και ποιο είναι το ύψος τους. 

Γιατί οι ενημερωμένοι πολίτες αποφασίζουν πιο σωστά και ελέγχουν πιο αποτελεσματικά. 

Καθώς το ΤΕΚΑ απευθύνεται σε νέους και νέες που ξεκινούν τώρα την επαγγελματική τους σταδιοδρομία είτε ως μισθωτοί είτε ως αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, εγκαινιάζουμε την ενότητα των Μικρών Μαθημάτων Ασφαλιστικής Γραμματικής, ώστε να γνωρίζουν οι ασφαλισμένοι πώς λειτουργεί το ασφαλιστικό σύστημα και το ΤΕΚΑ. 

Εισφορές κοινωνικής ασφάλισης

Οι εισφορές είναι το ποσό που καταβάλλεται από εργοδότη και εργαζόμενο προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ). Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μισθού για την προσφερόμενη εργασία, το οποίο παρακρατείται από τον εργοδότη και αποδίδεται για λογαριασμό των εργαζομένων στους ΦΚΑ. Οι εισφορές υπολογίζονται ως ποσοστό (%) επί των μεικτών αποδοχών και διακρίνονται σε εργοδοτικές και εργατικές. Οι εργατικές εισφορές αφαιρούνται από τις μεικτές αποδοχές. Το ποσό που υπολείπεται είναι οι «καθαρές» αποδοχές από τις οποίες στη συνέχεια αφαιρείται και ο φόρος που αναλογεί. Το ποσό που προκύπτει είναι ο μηνιαίος μισθός. Οι εργοδοτικές εισφορές είναι χρήματα των εργαζομένων και χαρακτηρίζονται ως εργοδοτικές, επειδή καταβάλλονται από τον εργοδότη, αλλά συνεχίζουν να ανήκουν στους εργαζομένους. Οι εργοδοτικές εισφορές δεν αφαιρούνται από τον μεικτό μισθό, όπως οι εργατικές, αποτελούν όμως μέρος της δαπάνης που αναλαμβάνει ο εργοδότης, μαζί με τις μεικτές αποδοχές, ώστε να ωφεληθεί από την προσφερόμενη εργασία. Και επειδή είναι χρήματα των εργαζομένων, ο εργοδότης τα αποδίδει για λογαριασμό τους στους ΦΚΑ. Όσον αφορά τις εισφορές των μη μισθωτών ασφαλισμένων, αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών, αυτές από 1.1.2020 έχουν αποσυνδεθεί από το δηλωθέν εισόδημα και διαμορφώνονται πλέον στη βάση ασφαλιστικών κατηγοριών με δυνατότητα ελεύθερης επιλογής από τους ασφαλισμένους ετησίως. Η επιλογή μάλιστα είναι ανεξάρτητη για κάθε κλάδο ασφάλισης.

Σε τι αποσκοπούν οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης;

Ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης και η υποχρεωτική υπαγωγή όλων των εργαζομένων σε αυτόν αποσκοπεί στο να διαμορφώσει ένα επίπεδο ζωής των συνταξιούχων που να συμβαδίζει με αυτό που βίωναν όσο εργαζόταν. Η καταβολή εισφορών αντιστοιχεί σε μελλοντικές παροχές:

Οι εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης καταβάλλονται για την εξασφάλιση εισοδήματος κατά τη συνταξιοδότηση.

Οι εισφορές ασθένειας καταβάλλονται για την εξασφάλιση πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας.

Οι εισφορές ανεργίας (υπέρ ΟΑΕΔ) καταβάλλονται για την παροχή επιδόματος ανεργίας.

Ποιο είναι το ύψος των εισφορών;

Οι ασφαλιστικές εισφορές για τους μισθωτούς εκφράζονται ως ποσοστό (%) επί του ακαθάριστου μικτού μισθού τους. Το ποσοστό εισφορών για την κύρια σύνταξη είναι 20% και επιμερίζεται σε 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη. Για τους μη μισθωτούς ασφαλισμένους, αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, οι ασφαλιστικές εισφορές κύριας ασφάλισης προσδιορίζονται από έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες και μία (1) η οποία θεωρείται ειδική ασφαλιστική κατηγορία και απευθύνεται σε νέους ασφαλισμένους κατά τα πρώτα πέντε (5) έτη ασφάλισης, ενώ οι εισφορές επικουρικής από τρεις (3) κατηγορίες (βλ. τους παρακάτω πίνακες):
Ασφαλιστική κατηγορία
Μηνιαία εισφορά κύριας ασφάλισης από 1.1.2026
185,09€ (κλάδος σύνταξης) + 65,68€ (κλάδος ασθένειας)
222,12€ (κλάδος σύνταξης) + 78,81€ (κλάδος ασθένειας)
281,82€ (κλάδος σύνταξης) + 78,81€ (κλάδος ασθένειας)
354,66€ (κλάδος σύνταξης) + 78,81€ (κλάδος ασθένειας)
440,64€ (κλάδος σύνταξης) + 78,81€ (κλάδος ασθένειας)
597,06€ (κλάδος σύνταξης) + 78,81€ (κλάδος ασθένειας)
Ειδική κατηγορία για νέους επαγγελματίες
111,06€ (κλάδος σύνταξης) + 39,40€ (κλάδος ασθένειας)
Ασφαλιστική κατηγορία
Μηνιαία εισφορά επικουρικής ασφάλισης από 1.1.2026
46,57€
56,13€
66,88€

Οι εισφορές δεν είναι φόροι

Πολλοί θεωρούν ότι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης επιτελεί τις ίδιες λειτουργίες με το φορολογικό σύστημα.
Οι φόροι προορίζονται για τη λειτουργία του κράτους και την εφαρμογή των κοινωνικών πολιτικών, ενώ οι εισφορές είναι χρήματα των ασφαλισμένων. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε μια βασική διαφορά μεταξύ εισφορών και φορολογίας. Και τα δύο υπολογίζονται ως ποσοστό επί του εισοδήματος, όμως οι συντελεστές φορολογίας εισοδήματος είναι κλιμακωτοί, αυξάνονται ανάλογα με το εισόδημα. Δηλαδή οι πολίτες με μεγαλύτερο εισόδημα φορολογούνται αναλογικά περισσότερο από αυτούς με μικρότερο εισόδημα. Έτσι επιτυγχάνεται αναδιανομή πλούτου μέσω της φορολογίας εισοδήματος.
Αντιθέτως, η επιβάρυνση των ασφαλιστικών εισφορών είναι ίδια για όλους. Όλοι οι πολίτες, με μισθωτή εργασία καταβάλλουν για κύρια σύνταξη τις ίδιες εισφορές ανεξάρτητα από το εισόδημα τους. Το ίδιο ισχύει και στην επιστροφή αυτών των εισφορών προς τους ασφαλισμένους. Η συνταξιοδοτική παροχή, κύριας και επικουρικής σύνταξης, δεν είναι ανάλογη των αναγκών αλλά των εισφορών που καταβλήθηκαν.
Εθνική Σύνταξη
Ανταποδοτική Σύνταξη
Επικουρική Σύνταξη

Εθνική σύνταξη

Όλοι οι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως των εισφορών που κατέβαλαν, λαμβάνουν εθνική σύνταξη ύψους 446,87€. Και χάρις στην εθνική σύνταξη εξασφαλίζεται μια βασική σύνταξη ακόμα και στους χαμηλόμισθους, που έχουν εισφέρει λίγα και για λίγα χρόνια. Η εθνική σύνταξη είναι το ένα μέρος της κύριας σύνταξης και αποτελεί την αναδιανεμητική συνιστώσα του ασφαλιστικού μας συστήματος. Χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό, δηλαδή από τους φόρους που πληρώνουμε και όχι από τις εισφορές του ασφαλισμένου. Άρα, η αναδιανομή στο ασφαλιστικό μας σύστημα γίνεται μέσω της φορολογίας, ενώ οι εισφορές που καταβάλλουμε δεν έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Προϋπόθεση για την παροχή πλήρους εθνικής σύνταξης είναι οι δικαιούχοι να έχουν συμπληρώσει
  • 20 έτη εργασίας και ασφάλισης,
  • 40 έτη παραμονής στην Ελλάδα και
  • το απαιτούμενο κατά περίπτωση όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.

Ανταποδοτική σύνταξη

Είναι το 2ο μέρος της κύριας σύνταξης. Ονομάζεται ανταποδοτική, επειδή είναι ανάλογη των εισφορών κύριας σύνταξης που κατέβαλαν οι ασφαλισμένοι κατά τον εργασιακό τους βίο. Ο κανόνας υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης είναι λίγο περίπλοκος, γιατί η δομή της ενσωματώνει κίνητρα παραμονής στην αγορά εργασίας για περισσότερα χρόνια, αλλά ο χαρακτήρας της ανταποδοτικότητας παραμένει κυρίαρχος. Όσοι έχουν εισφέρει περισσότερα και για περισσότερα χρόνια, λαμβάνουν κατ’ αναλογία περισσότερα.

Προϋπόθεση για την παροχή κύριας σύνταξης είναι οι δικαιούχοι να έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης και το απαιτούμενο κατά περίπτωση όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. 

Επικουρική σύνταξη

Η επικουρική σύνταξη αποκαλείται έτσι επειδή έχει επικουρικό ρόλο στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης: επικουρεί, συμπληρώνει δηλαδή το εισόδημα των συνταξιούχων και είναι ανάλογη των εισφορών επικουρικής σύνταξης που κατέβαλαν οι ασφαλισμένοι κατά τον εργασιακό τους βίο. Έχει καθαρά ανταποδοτικό χαρακτήρα. Ασφαλισμένοι με διπλάσιο μισθό ή διπλάσια χρόνια ασφάλισης, καταβάλλουν διπλάσιες εισφορές και λαμβάνουν διπλάσια επικουρική σύνταξη. Η επικουρική σύνταξη στην Ελλάδα απέκτησε καθολικό χαρακτήρα για τους μισθωτούς το 1983 και ουσιαστικά είναι το ποσό που καταβάλλεται μηνιαίως στους συνταξιούχους ως συμπληρωματική παροχή της κύριας σύνταξης, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό απασχόληση, κατόπιν καταβολής μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών ανεξάρτητων από τις εισφορές της κύριας σύνταξης. Αναλυτικές πληροφορίες για τις παροχές της επικουρικής ασφάλισης που παρέχεται από το ΤΕΚΑ καθώς και τις προϋποθέσεις θεμελίωσης μπορείτε να βρείτε εδώ

Χρήσιμοι Όροι

Διανεμητικό σύστημα ασφάλισης: Διανεμητικό ονομάζεται το σύστημα, όταν οι εισφορές των υφιστάμενων ασφαλισμένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των υφιστάμενων συνταξιούχων. 

Κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης: Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα οι εισφορές που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου σωρεύονται σε προσωπικούς λογαριασμούς και επενδύονται. Οι εισφορές τους και οι αποδόσεις των επενδύσεων αποτελούν τη δική τους προσωπική αποταμίευση, με σκοπό τη χρηματοδότηση της σύνταξης και τη στήριξη του βιοτικού τους επιπέδου κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησης. Οι ασφαλισμένοι λαμβάνουν σύνταξη ανάλογη του ποσού που έχει σωρευθεί στον λογαριασμό τους.

Ατομικός λογαριασμός: Ο λογαριασμός εντός του νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης (ΤΕΚΑ) στον οποίο θα σωρεύονται οι ασφαλιστικές εισφορές και οι αποδόσεις των επενδύσεων του ασφαλισμένου, βάσει των οποίων θα υπολογίζεται η ισόβια μηνιαία επικουρική σύνταξη που θα λαμβάνει όταν συνταξιοδοτηθεί.

Δημοσιονομικός κίνδυνος: Είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο συνταξιούχος σε ένα διανεμητικό σύστημα να λάβει χαμηλότερη σύνταξη λόγω δημοσιονομικών περιορισμών, ως αποτέλεσμα της αρνητικής πορείας των δημόσιων οικονομικών.

Δημογραφικός κίνδυνος: Είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο συνταξιούχος σε ένα διανεμητικό σύστημα να λάβει χαμηλότερη σύνταξη, επειδή επιδεινώνονται οι δημογραφικοί συσχετισμοί. Όταν, δηλαδή, μειώνονται οι εισφορές, επειδή μειώνεται το πλήθος των νέων εργαζομένων, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται δυσανάλογα το πλήθος των συνταξιούχων που μοιράζεται αυτές τις εισφορές.

Κίνδυνος αγοράς: Είναι ο κίνδυνος που διατρέχουν τα κεφαλαιοποιητικά ασφαλιστικά συστήματα, εξαιτίας της διακύμανσης των αποδόσεων της αγοράς.

Διαφοροποίηση ή διασπορά κινδύνου: Πρόκειται για μία έννοια που χρησιμοποιείται ευρέως στις επενδύσεις. Διαφορετικά περιουσιακά στοιχεία υπόκεινται σε διαφορετικούς κινδύνους. Η συνένωσή τους σε ένα χαρτοφυλάκιο οδηγεί σε διασπορά του κινδύνου και μείωση του συνολικού κινδύνου του χαρτοφυλακίου υπό την έννοια ότι αμβλύνονται οι διακυμάνσεις της αξίας του χαρτοφυλακίου. Η έννοια όμως είναι πολύ πιο ευρεία και πιο παλιά. Π.χ. ένας αγρότης που αναπτύσσει στη γη του πολλά διαφορετικά είδη καλλιέργειας ουσιαστικά διασπείρει τον κίνδυνο που συνδέεται με δυσμενείς καιρικές συνθήκες, εμπορική συγκυρία ή καλλιεργητικές ασθένειες, με αποτέλεσμα να μειώνει τον εισοδηματικό του κίνδυνο.

Σε ένα ασφαλιστικό σύστημα, η διασπορά επιτυγχάνεται όταν τα διαφορετικά τμήματα του συνταξιοδοτικού εισοδήματος υπόκεινται σε διαφορετικούς κινδύνους. Στο νέο ασφαλιστικό μας σύστημα, τρία διαφορετικά τμήματα του συνταξιοδοτικού εισοδήματος θα είναι εκτεθειμένα σε τρεις διαφορετικούς ανεξάρτητους μεταξύ τους κινδύνους (δημοσιονομικό, δημογραφικό και κίνδυνο αγοράς).

Η κύρια ανταποδοτική σύνταξη, η οποία λειτουργεί με βάση το διανεμητικό σύστημα, και το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πλήθος όσων εισφέρουν (εργαζόμενοι) προς το πλήθος όσων λαμβάνουν (συνταξιούχοι), υπόκειται στον δημογραφικό κίνδυνο. Η νέα, κεφαλαιοποιητική, επικουρική σύνταξη υπόκειται στον κίνδυνο αγοράς. Τέλος, η εθνική σύνταξη, η οποία χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό, υπόκειται στον δημοσιονομικό κίνδυνο.

Τρείς πυλώνες

Οι τρεις διακριτοί πυλώνες των συνταξιοδοτικών συστημάτων είναι η κρατική σύνταξη, η επαγγελματική σύνταξη και οι προσωπικές συντάξεις.

Ο πρώτος πυλώνας είναι το βασικό κρατικό σχέδιο, στο οποίο η συμμετοχή είναι υποχρεωτική. Οι παροχές του συστήματος, οι οποίες έχουν τη μορφή τακτικών καταβολών σύνταξης, είναι εγγυημένες από το κράτος και συνήθως προκαθορισμένες. Το σύστημα μπορεί να το διαχειρίζεται το ίδιο το κράτος, ή δημόσιοι φορείς που έχουν συσταθεί για το λόγο αυτό. Τα συνταξιοδοτικά οφέλη είναι εγγυημένα από το κράτος.

Ο δεύτερος πυλώνας χαρακτηρίζεται από τη σύνδεση με την απασχόληση, με την επαγγελματική ιδιότητα και τα σχέδια είναι γνωστά ως «επαγγελματικά σχέδια». Η χρηματοδοτική τους βάση έγκειται στις εισφορές του εργοδότη (όχι πάντα) και του εργαζόμενου, οι οποίες αποταμιεύονται, επενδύονται και χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτηθούν οι μελλοντικές συνταξιοδοτικές πληρωμές. Επιπλέον, παρέχουν συχνά κάλυψη για διάφορους κινδύνους, όπως θάνατος, αναπηρία και μακροζωία. 

Ο τρίτος πυλώνας αποτελείται από όλη την αποταμίευση που γίνεται από ένα άτομο για τα γηρατειά του. Αποτελεί προσωπική αποταμίευση που πρέπει να διακριθεί από την προληπτική αποταμίευση για το εγγύς μέλλον. Τα προγράμματα του τρίτου πυλώνα γενικά αποτελούνται από τις συμβάσεις που προσυπογράφονται από τα άτομα με φορείς παροχής υπηρεσιών, όπως οι ασφαλιστικές εταιρείες (εκτός από τις ομαδικές ασφαλιστικές συμβάσεις) ή κάποιον άλλον οργανισμό.